Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

COMPUTER LITERACY - DIGITAL LITERACY

O όρος computer literacy που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει το άτομο που διαθέτει υπολογιστικές ικανότητες, (τόσο όσο αφορά στις αριθμητικές πράξεις όσο και στο μαθηματικό ή σειριακό τρόπο σκέψης), αντικαταστάθηκε στην ψηφιακή εποχή μας με τον όρο ICT literacy (γραμματσιμός των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας) και τέλος με τον όρο digital literacy, που όμως υφίσταται τις αμφιλεγόμενες διεκδικήσεις διαφόρων μοντέλων γραμματισμού όπως περιγράφηκε παραπάνω. Έτσι παρατηρούνται θεωρητικές ερμηνείες και πρακτικές όπου ο όρος εμπλέκει όλο το εύρος των σύνθετων και εμπλεκόμενων επικοινωνιακών μορφών που διαμεσολαβούνται από ψηφιακά μέσα, καθώς και τις ικανότητες χρήσης των μέσων αυτών και πλοήγησης, που θεωρούνται προαπαιτούμενες για την διαχείριση μέσω της οθόνης του Η/Υ (Gilster,1997). Σε ένα τέτοιο συμφραζόμενο, ο υπολογιστικός γραμματσιμός , αποτελεί μάλλον συνώνυμο πλέγματος γνώσεων και ικανοτήτων ενώ δεν παύει να λειτουργεί ταξινομητικά διαχωρίζοντας τους έχοντες από τους μη έχοντες αυτές τις δεξιότητες. (digital divide)
Ταυτόχρονα με τον ψηφιακό γραμματισμό, άλλα πεδία γραμματισμού όπως αυτά των μέσων (media literacy) ,του οπτικού γραμματισμού (visual literacy), της πληροφορίας (information literacy) και των τεχνολογιών (ICT literacy),της ψηφιακής αναπαραγωγής (digital reproduction literacy-Eshet-Alkalai,2004) [1] τον γραμματισμό πλοήγησης σε ψηφιακά μέσα (branching literacy," ή "hypermedia literacy skill.") [2], αναγνωρίζονται σε ένα πεδίο που καλύπτει μορφές επικοινωνίας που διαμεσολαβούνται από ψηφιακά μέσα και αναφέρονται σε πολυτροπικά κείμενα, έχοντας κάθε φορά διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Ανάλογα με το θεωρητικό μοντέλο του γραμματισμού που υιοθετούν, οι ορισμοί τους περιλαμβάνουν καταγραφή δεξιοτήτων (μοντέλο ελλείμματος- Bruce & Peyton, 1999; Davies et al., 2002; Swan et al., 2002), επαρκή διαχείριση για την επίτευξη στόχων(λειτουργικό μοντέλο) ή τέλος υιοθετούν μια κριτική στάση αναδεικνύοντας τη διάσταση της χρήσης του μέσου ως κοινωνικής πρακτικής. (Gilster, 1997; Papert, 1996; Tapscott, 1998)[3]
Το 1974 εισάγεται για πρώτη φορά από τον Zurkowski (Zurkowski,1974) ο όρος «Δεξιότητες στη διαχείριση της πληροφορίας» για να περιγράψει ανθρώπους που μπορούν να χειριστούν καταστάσεις που απαιτούν τη διαχείριση πληροφορίας χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες πηγές και την αντίστοιχη τεχνολογία. Η τεχνολογία, σε όλες τις ποικίλες μορφές της, παρέχει τα εργαλεία ώστε οι χρήστες να έχουν πρόσβαση , δυνατότητα διαχείρισης, αναμόρφωσης, χρήσης και παρουσίασης της πληροφορίας. Σταδιακά, ο όρος (βλ. Την αναφορά του the National Research Council το 1999) συνδέεται και αποτελεί τη βάση του γραμματισμού της πληροφορίας .
Στην παραπάνω έκθεση γίνεται διαχωρισμός του υπολογιστικού γραμματσιμού -"computer literacy", ο οποίος αναφέρεται στη συγκεκριμένη γνώση hardware και software εφαρμογών, ενώ ο γραμματισμός των ICT (information and communication technology "fluency" ) αναφέρεται στην επίγνωση των αξιών που ενυπάρχουν στην τεχνολογία και στην εφαρμογή κριτικής σκέψης και διερεύνησης με τη χρήση της τεχνολογίας. Tο κέντρο μετατοπίζεται στην ίδια τη πληροφορία και τον εντοπισμό και την κριτική εξέτασή της. Μπορεί ένα τμήμα του να συνδέεται με τον υπολογιστικό γραμματισμό, όμως είναι κάτι σημαντικά ευρύτερο.(ACRL , division of the American Library Association,2008)
Ο Jeremy Shapiro & Shelley Hughes (1996) θεωρούν ότι ο γραμματισμός της πληροφορίας επεκτείνεται πέρα από τα όρια του χειρισμού του Η/Υ και της πρόσβασης στην πληροφορία, στον κριτικό αναστοχασμό για την φύση της πληροφορίας, της εσωτερικής δομής της και του κοινωνικού , πολιτισμικού και φιλοσοφικού περιεχομένου της και των επιπτώσεών του. Το πεδίο του γραμματισμού της πληροφορίας είναι σημαντικό επειδή καθημερινά βιώνουμε ένα διαρκώς αυξανόμενο καταιγισμό πληροφοριών σε διαφορετικές μορφές. Οι πληροφορίες αυτές δεν δημιουργούνται ούτε είναι προσβάσιμες με τον ίδιο τρόπο. Κάποιες είναι πρόσκαιρες, άλλες αξιόπιστες και άλλες όχι, άλλες κυριαρχικές ή φέρουσες προκαταλήψεις, άλλες παραπλανητικές ή ψεύτικες. Η ποσότητα των διαθέσιμων πληροφοριών διαρκώς αυξάνεται, ταυτόχρονα με τα είδη των μέσων με τα οποία αποκτούμε πρόσβαση σε αυτές.

[1] Ο γραμματισμός της ψηφιακής αναπαραγωγής ορίζεται σαν ικανότητα να δημιουργεί κάποιος νέα νοήματα ή νέες ερμηνείες συνδυάζοντας προϋπάρχοντα ανεξάρτητα κομμάτια πληροφοριών που προέρχονται από διάφορα μέσα (κείμενο , γραφικά, ήχο) (Gilster, 1997). Ο γραμματιμός της ψηφιακής αναπαραγωγής είναι βασικός για δύο ευρύτατα πεδία (Mason, 2002) Τη διερεύνηση και δημιουργία κειμένων από άλλα ψηφιακά κείμενα που μπορούν να εξεταστούν συγκριτικά ή συνδυαστικά και στην τέχνη, όπου προϋπάρχοντα οπτικά ή ακουστικά κείμενα μπορούν να αναδιαταχθούν ώστε να δημιουργήσουν νέα έργα τέχνης( όπως στη περίπτωση της pop art ή της –ομαδικής- καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσω Internet , (Darko Maver, 1998).(στο Aharon Aviram , & άλλοι 2007)
[2] Ο γραμματισμός αυτός αναφέρεται σε άτομα που μπορούν να κινούνται με άνεση και σωστό προσανατολισμό στο χώρο και το χρόνο, και παραμένουν σταθερά στον προσανατολισμό τους χωρίς να χάνονται κατά την πλοήγησή τους στο Διαδίκτυο μέσα από πολύπλοκες διαδρομές. (Daniels et al.,2002; Horton, 2000; Piacciano, 2001). Επίσης διαθέτουν αφαιρετική σκέψη και την ικανότητα να δημιουργούν νοητικά μοντέλα , νοητικές διατάξεις και άλλες μορφές αφαιρετικής συγκρότησης και δομής των διερευνήσεων στο διαδίκτυο, κάτι που τους βοηθά να ξεπερνούν προβλματα προσανατολισμού σε υπερκειμενικά περιβάλλοντα. (Lee & Hsu, 2002) στο Aharon Aviram,2007
[3] Βλ.Aharon Aviram ,Yoram Eshet-Alkalai ,Towards a Theory of Digital Literacy: Three Scenarios for the Next Steps, 2007 όπου υπάρχει μια πιο εκτεταμένη παρουσίαση πεδίων γραμματισμού που εμπλέκονται με τον ψηφιακό γραμματισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: